Εκκεντρη τέχνη

ΜΙΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
 
Τα παιδιά εκφράζουν άμεσα αυτό που θέλουν. Στη ζωγραφική τους, στα όνειρά τους και στο παιχνίδι τους, αυτό που βιώνουν είναι ανεξάρτητο από χρόνο, χώρο, κανόνες, λογικές, όρια κι άλλα πράγματα, που εμείς οι μεγάλοι δημιουργήσαμε. Ο κόσμος όλος είναι αυτός που ζουν, τίποτα πιο λίγο ή πολύ. Εκεί μέσα χωράνε όλες οι επιθυμίες τους, οι φόβοι τους, οι χαρές κι οι λύπες τους. Αυτοί που εκθέτουν εδώ δεν είναι πια παιδιά, ωστόσο προσπαθούν να ξαναφτιάξουν και να ξαναζήσουν αυτόν τον κόσμο. Είναι αυτοί οι καλλιτέχνες, που όπως έλεγε ο J.Dubuffet «θέλουν μόνο να εξωτερικεύσουν τις γιορτές που υπάρχουν στο μυαλό τους». Η τέχνη αυτή, που γίνεται από τους αυτοδίδακτους αυτούς καλλιτέχνες, είναι το αποτέλεσμα ενός ψυχισμού, που μέσα από μια χαρακτηριστική ζωγραφική γλώσσα και μ’ έναν άμεσο, πηγαίο και ειλικρινή τρόπο θέλει να εικονογραφήσει τον κόσμο μας, φέρνοντάς μας σε μια καινούργια σχέση με την πραγματικότητα. Το γεγονός αυτό αποτελεί μια ουσιαστική προσφορά, καθώς μας παρουσιάζει μια ευρύτερη γνώση του ανθρώπου και μια βαθύτερη κατανόηση της ψυχής του.
 
 
Είναι πάνω από 25 χρόνια που η ζωγραφική αυτή έχει κάνει της εμφάνισή της στον Ελλαδικό καλλιτεχνικό χώρο, στη Θεσσαλονίκη. Τον Μάιο 1994 ξεκίνησε τις δραστηριότητές της η Μονάδα Πολιτιστικής Επικοινωνίας (ΜΠΕ) του ΨΝΘ με τη δημιουργία ενός ζωγραφικού εργαστηρίου. Έγινε μια αρχική επιλογή 10 περίπου ασθενών/καλλιτεχνών που είχαν κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη ζωγραφική, όμως δεν είχαν ποτέ ασχοληθεί με την τέχνη και τους δόθηκε η ευκαιρία να εκφράζονται ζωγραφικά.
 
Ξεκίνησε με βασικό στόχο και επιδίωξη, η ζωγραφική καλλιτεχνική παραγωγή των ασθενών να αποσπάσει τον θαυμασμό και την αναγνώριση της κοινότητας για τα ποιοτικά ανεβασμένα δημιουργήματα τους και όχι μια συμβατική στάση συμπάθειας και οίκτου, που θα σήμαινε αποτυχία της όλης προσπάθειας. Το βασικό ιδεολογικό υπόβαθρο ήταν να μην υπάρχει παρέμβαση στην καλλιτεχνική έκφραση των ασθενών/καλλιτεχνών, δίνοντας τους έτσι την ευκαιρία να εκφράσουν μέσα από το ταλέντο τους τον δικό τους κόσμο, έναν κόσμο, που κινείται ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα και όχι να ζωγραφίζουν όπως οι «άλλοι».
 
 
Σύντομα φάνηκε, ότι σχεδόν όλοι τους είχαν την ικανότητα να εκφράζονται με τη δική τους προσωπική ζωγραφική γραφή και η παραγωγικότητά τους ήταν τέτοια, που σε λίγο καιρό μπορούσε να γίνει η πρώτη έκθεση.             
 
Ακολούθησαν πολλές εκθέσεις (περίπου 70 μέχρι σήμερα) σε διάφορους Δήμους της Θεσσαλονίκης, σε διάφορες πόλεις, από Πάτρα και Χανιά μέχρι Γιάννενα και Καβάλα, σε γκαλερί της Θεσσαλονίκης, σε πολιτιστικά κέντρα κτλ., όπως και συμμετοχές σε εκθέσεις στο εσωτερικό και εξωτερικό.
 
Το κοινωνικό σύνολο δεν αποδέχεται ακόμα την ιδιαιτερότητα των ατόμων αυτών. Αποδέχτηκε όμως τελικά την ιδιαιτερότητα της ζωγραφικής τους. Τότε, καθώς αυτή η αποδοχή μεγάλωνε, γεννήθηκε η ιδέα, τα έργα αυτά να βρουν τη θέση τους σ’ ένα μουσείο, που θα είχε έναν καλλιτεχνικό, επιμορφωτικό και παράλληλα κοινωνικό ρόλο. Παντού, σ’ όλον τον δυτικό κόσμο, αλλά  και όχι μόνο, υπάρχουν μουσεία, συλλογές και γκαλερί της τέχνης αυτής. Η Ελλάδα λείπει απ’ αυτόν τον χάρτη.
 
 
Ορισμένες από τις παρακάτω εκθέσεις έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα και θα ήθελα να τις  αναφέρω:
 
Στο Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο (2001), συμμετοχή στην έκθεση με τίτλο «Στην Άλλη Όχθη» (2004), στο Δήμο Αθηνών, δυο εκθέσεις στην αίθουσα αναμονής του αεροδρομίου ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (2009). Η έκθεση στον πύργο Βαζαίου στη Νάξο με τίτλο «Psychotopia» (2008), μαζί με έργα του Γιαννούλη Χαλεπά, στη γκαλερί Ζ. Μ. και στον Δήμο Ευόσμου με τίτλο «5 + 5 συνεκθέτουν» (2006), δηλαδή πέντε ζωγράφοι της ΜΠΕ  μαζί με πέντε γνωστούς ζωγράφους της Θεσσαλονίκης,  η συμμετοχή στο «Εικαστικό Πανόραμα 2» (2007), που έγινε στο Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και όπου υπήρξε ισότιμη συμμετοχή με σημαντικούς Έλληνες καλλιτέχνες, η συμμετοχή στην έκθεση «Re    Culture 4» στην Πάτρα (2016) και η τωρινή συμμετοχή στην «Art Thessaloniki», που επικυρώνει την  καλλιτεχνική αξία της τέχνης αυτής. Στο εξωτερικό, η συμμετοχή στην έκθεση «Art Against Stigma», που παρουσιάστηκε σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και οι τρεις διακρίσεις δυο ζωγράφων της Μ. Π. Ε. (Δ. Ζάχου, Α. Βανδέρα (δυο φορές) στην έκθεση / διαγωνισμό «EUWARD», που γίνεται κάθε τρία χρόνια στο Μόναχο (2004, 2007). Οι παραπάνω μαζί με την Β. Καλαϊτζή, τον Θ. Κοπριανό,  τη Δ. Λαΐου, τον Δ. Ρακογιάννη, τον Θ. Τζανταρμά, τον Π.Τεζαψίδη και τον Ν.Τσιμινά, συνεκθέτουν σήμερα.
 
Η δημιουργία τέχνης είναι προϊόν ψυχικών διεργασιών, που εμπεριέχουν την εξωτερική κι εσωτερική πραγματικότητα, μνήμες και ψυχικές αναπαραστάσεις. Τα παραπάνω, στη διάρκεια της ψύχωσης ως ένα άλλοτε άλλο βαθμό, διαφοροποιούνται, κι έτσι δημιουργείται μια νέα πραγματικότητα, μια νέα συμβολή στο χώρο της τέχνης. Ο χώρος της Art Brut ή και της Outsider Art αποτελεί μια ομπρέλα, που καλύπτει, εκτός από τον κύριο κορμό, που είναι οι ψυχωτικοί καλλιτέχνες, πολλές έκκεντρες ζωγραφικές εκφράσεις, καθώς τονίζει αποκλίνοντα κοινωνικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά και όχι χαρακτηριστικά ψυχικών διεργασιών. Όμως οι ψυχικές διεργασίες, που παράγουν τέχνη στους ψυχωτικούς καλλιτέχνες, δεν έχουν τίποτε κοινό π. χ. με τις αντίστοιχες των φυλακισμένων ή με αυτές των ατόμων που δεν εξελίχτηκαν, και ίσως θα έπρεπε η τέχνη των ψυχωσικών να διαχωριστεί ως αυτόνομη ομάδα.
 
Η τέχνη αυτή, σε παγκόσμιο επίπεδο, ξεκίνησε σαν μια εσωτερική ανάγκη για δημιουργία και αποτελεί πλέον το καινούργιο κομμάτι που προστέθηκε στο σύνολο της τέχνης. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός, ότι η δημιουργικότητα αυτή έγινε αποδεκτή, χωρίς να χρειαστεί να προσαρμοστεί στις επιταγές της κοινωνίας και της κυρίαρχης αισθητικής και αναγνωρίζεται πλέον, σαν ένα μέρος της συνολικής ανθρώπινης εμπειρίας και σαν μια μακρά πορεία,  κατά την οποία οι καλλιτέχνες αυτοί έπαψαν να είναι  πλέον ανώνυμα άτομα της αρρώστιας, αλλά έγιναν  άτομα με δική τους ταυτότητα.
 
Παύλος Βασιλειάδης, ψυχίατρος/εικαστικός, διδάκτωρ ΑΠΘ
 
 
Η έκκεντρη όψη της τέχνης
 
Οι διαφοροποιήσεις στο χώρο της ψυχιατρικής και της τέχνης με την είσοδο στον 20ό αιώνα υπήρξαν οι βασικοί παράγοντες, που οδήγησαν στη στροφή του ενδιαφέροντος στην «τέχνη των απ’ έξω». Στο χώρο της ψυχιατρικής, ορισμένοι ψυχίατροι άρχισαν  να συλλέγουν έργα ασθενών για διαγνωστικές προοπτικές, για επιστημονική μελέτη, αλλά και για αισθητικούς λόγους. Βέβαια, το να φτιάχνουν οι ασθενείς εικόνες, είναι τόσο παλιό όσο και τα άσυλα, όμως μέχρι τότε το προσωπικό πίστευε ότι δεν έχουν αξία και τις πετούσε ή τις έκαιγε. Στο χώρο της τέχνης, η αντίδραση στον ακαδημαϊσμό, η έμφαση στο συναίσθημα και το ψάξιμο για νέες ιδέες ήταν καταλυτικοί παράγοντες για το ενδιαφέρον για την  τέχνη από τα ψυχιατρεία.
 
Δύο σημαντικά βιβλία γράφηκαν στις αρχές του περασμένου αιώνα: «Η δημιουργικότητα των ψυχικά αρρώστων» του ψυχίατρου Hans Prinzhorn το 1922 και «΄Ενας ασθενής σαν καλλιτέχνης: Adolf Woelfli» το 1921, του ψυχίατρου W. Morgenthaler. Ο Hans Prinzhorn  δημιούργησε μια συλλογή με πάνω από 5.000 ζωγραφιές και οργάνωσε πολλές εκθέσεις σε πόλεις της Γερμανίας. Αναγνώριζε την ικανότητα των ασθενών να ζωγραφίζουν «από το βάθος του εσωτερικού τους κόσμου, τις ιδέες τους και την φαντασμαγορία των κρυφών ενορμήσεων τους» και μιλούσε για «αλησμόνητα όμορφες εικόνες». Γύρω στο 1945 ο ζωγράφος  J. Dubuffet ξεκινά να ψάχνει για μια νέα αληθινή μορφή τέχνης. Όταν ο Dubuffet γνώρισε το βιβλίο του Prinzhorn, ανέφερε, ότι στην τέχνη αυτή «το κάθε τι επιτρέπεται, το κάθε τι είναι δυνατό. Χιλιάδες δυνατότητες έκφρασης υπάρχουν έξω από τις αναγνωρισμένες λεωφόρους της τέχνης». H τέχνη αυτή θα ήταν εκείνη που: «δεν μπορεί κανείς να δει σε μουσεία, αίθουσες τέχνης και γκαλερί. Έργα που αναφέρονται στις αρχές της ανθρωπότητας με αυθόρμητη και προσωπική ανακάλυψη. Χωρίς σχέση με κανόνες». Άρχισε να ψάχνει για έργα δημιουργών που ήταν ανεκπαίδευτοι, δεν ήταν επηρεασμένοι από την κουλτούρα, δεν στόχευαν στην αναγνώριση, ήταν έξω από το εμπόριο της τέχνης και δημιουργούσαν απομονωμένοι. H Art Brut, (ωμή, ακατέργαστη τέχνη), αποτελεί μια ομπρέλα που καλύπτει την τέχνη που παράγεται έξω από τον χώρο της κυρίαρχης / επίσημης τέχνης.
 
Ο J.Dubuffet αναφερόταν αρχικά με τους όρους «raw gold» (ακατέργαστος χρυσός) και «obscure Art» (σκοτεινή τέχνη) για την τέχνη που έψαχνε. Σε  γράμμα του στον Gallimard γράφει, ότι τα τεύχη για την Art Brut θα περιλαμβάνουν - εκτός από έργα από ψυχιατρεία, που αποτελούσαν τον κύριο κορμό - έργα οραματιστών, φυλακισμένων, «εκκεντρικών» ζωγράφων και επιπλέον : τα γλυπτά Barbus Müller (έργα άγνωστου γλύπτη), τις μάσκες από το Lotschental (μάσκες που στην περιοχή του Lotchental (Ελβετία) τις φορούν στη διάρκεια γιορτών), έργα από την Ωκεανία, ζωγραφιές παιδιών, φωτογραφίες από τατουάζ, φωτογραφίες από ζωγραφική σπηλαίων, φωτογραφίες από graffiti. Στη συνέχεια σύντομα απέκλεισε κάθε τέχνη που ξεκινά από κάποια παράδοση (λαϊκή, ναΐφ), την παιδική τέχνη, όπως και ζωγράφους με εκπαίδευση.
 
Το 1948-1950 υπήρχαν στη συλλογή του 1200 έργα 100 καλλιτεχνών, που κάλυπταν όλη αυτήν τη μη κυρίαρχη τέχνη.
 
Ο αντίστοιχος αγγλικός όρος του ιστορικού τέχνης R. Cardinal για την Art Brut είναι Outsider Art (τέχνη του περιθωρίου, έκκεντρη). Οι καλλιτέχνες είναι εξ ορισμού διαφορετικοί από το κοινό τους και συχνά φαίνεται να είναι δυσπροσαρμοστικοί/ δυσλειτουργικοί (dysfunctional) σε σχέση με το φυσιολογικό, όπως το θεωρεί η κυρίαρχη κουλτούρα. Έτσι συμπεριλαμβάνει δυσπροσαρμογή εξαιτίας παθολογίας (συχνότερα, όμως όχι πάντα, ψυχολογικές παθήσεις), λόγω εγκληματικότητας συχνά σε συνδυασμό με ψυχοπαθολογία, μέντιουμ και οραματιστές, εξαιτίας του φύλου ή της σεξουαλικότητας, άτομα που φαίνεται ότι δεν εξελίχτηκαν (un[der]developed) ή φαίνονται «αναχρονιστικά», ή εξαιτίας πολιτισμικής ταυτότητας και θρησκευτικής πίστης, που φαίνεται να διαφέρουν σημαντικά από τις αρχές της κυρίαρχης κουλτούρας. Ωστόσο, πολλοί σύγχρονοι ζωγράφοι της κυρίαρχης κουλτούρας έχουν ήδη επηρεαστεί από την τέχνη αυτή, όπως οι Βιεννέζοι ζωγράφοι P. Pongratz και F. Riegel, που δούλεψαν μαζί με τους ασθενείς / καλλιτέχνες στο ψυχιατρείο Gugging, καθώς και ο Γερμανός A. Rainer, που επιπλέον έχει και μια πολύ μεγάλη συλλογή έργων της Outsider Art.
 
Έχουν περάσει εκατό περίπου χρόνια από τότε που παρουσιάστηκε η συλλογή ζωγραφικών έργων από ψυχιατρεία του ψυχιάτρου Η. Prinzhorn. Χρειαζόταν η δυναμική παρουσία του ζωγράφου J. Dubuffet με την Art Brut, του ψυχιάτρου L. Navratil στο Gugging και άλλων πολλών, για να μπορέσει να αναγνωριστεί η τέχνη αυτή και να γίνει αποδεκτή, προσθέτοντας στον χώρο της τέχνης το κομμάτι που έλειπε.
 
Δρ Σάνια Παπά, ιστορικός τέχνης, λέκτορας ΑΠΘ